H συνέντευξη του γερμανού υπουργού Οικονομίας Ρ. Μπρούντερλε.
Βάζει τέλος στα σενάρια εξόδου της Γερμανίας από την ευρωζώνη.
Ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να αυξηθούν τα κεφάλαια του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Βάζει τέλος στα σενάρια εξόδου της Γερμανίας από την ευρωζώνη.
Ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να αυξηθούν τα κεφάλαια του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Απάντηση στα σενάρια που διακινούνται κατά καιρούς περί εξόδου της Γερμανίας από την ευρωζώνη και στις ενστάσεις ότι η σημερινή κυβέρνηση Μέρκελ έχει χάσει..
την αποφασιστικότητα να παλέψει για το κοινό νόμισμα δίνει ο γερμανός υπουργός Οικονομίας Ράινερ Μπρούντερλε μέσω της “ΜτΚ”.“Το ευρώ είναι ένα θεμελιώδες πολιτικό και οικονομικό επίτευγμα. Η Γερμανία είναι απόλυτα προσηλωμένη στην επιτυχία του κοινού νομίσματος”, ξεκαθαρίζει ο
κ. Μπρούντερλε. Για να εξασφαλιστεί όμως η μακροημέρευση του ευρώ, απαιτείται η ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. “Δεδομένης και της κρίσης χρέους που αντιμετωπίζουμε σήμερα σε ορισμένες χώρες, πρέπει να αναβαθμιστεί η εφαρμογή μιας υγιούς, σταθερής οικονομικής πολιτικής από όλους μέσω της ενίσχυσης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και [των μηχανισμών] οικονομικής εποπτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση”, προσθέτει σχετικά.
“Όχι” σε αύξηση κεφαλαίων του μηχανισμού
Ο κ. Μπρούντερλε απαντά επίσης κατηγορηματικά “όχι” στην προοπτική άμεσης αύξησης των κεφαλαίων του μηχανισμού διάσωσης που έχει θεσπίσει η ευρωζώνη και βάζει “πάγο” στο πανηγυρικό κλίμα που καλλιέργησε την περασμένη εβδομάδα η υπεραισιοδοξία για θεαματική αλλαγή στάσης της Γερμανίας.
“Δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης των κεφαλαίων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας επί του παρόντος. [Τα υφιστάμενα κεφάλαια] είναι επαρκή”, δηλώνει ο γερμανός αξιωματούχος, αναφερόμενος στο χρηματοδοτικό εργαλείο των 450 δισ. ευρώ που δημιούργησαν οι Ευρωπαίοι, μετά το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα, για τη στήριξη όποιας χώρας της ευρωζώνης περιερχόταν σε ανάλογη θέση στο μέλλον. Και εξηγεί ότι “μέχρι σήμερα έχει δεσμευτεί λιγότερο από το 10% των κεφαλαίων του ταμείου για την Ιρλανδία, χωρίς να έχει καν καταβληθεί ακόμη η πρώτη δόση”.
Όλοι πιέζουν το Βερολίνο
Η Γερμανία δέχεται ασφυκτικές πιέσεις από τους περισσότερους εταίρους της να συναινέσει στην ποσοτική (δηλαδή, στην αύξηση των κεφαλαίων) και ποιοτική (δηλαδή, στον εμπλουτισμό των τρόπων αξιοποίησης αυτών των κεφαλαίων) αναβάθμιση και ενίσχυση του ταμείου. Το σκεπτικό είναι ότι έτσι θα σταλεί ένα μήνυμα στις αγορές, ότι η Ευρώπη μπορεί να εξασφαλίσει τη διάσωση ακόμα και μιας μεγάλης οικονομίας, όπως η Ισπανία, και να στηρίξει με την απευθείας αγορά ομολόγων τις αδύναμες χώρες της περιοχής.
Την περασμένη εβδομάδα υπέρ αυτής της ποσοτικής και ποιοτικής ενίσχυσης του ταμείου τάχθηκε σύσσωμη η πολιτική και θεσμική ηγεσία της Ευρώπης: από τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζοζέ Μπαρόζο και τον επίτροπο Οικονομικών Όλι Ρεν μέχρι τον επικεφαλής της ΕΚΤ Ζαν Κλοντ Τρισέ και τη γαλλίδα υπουργό Οικονομικών Κριστίν Λαγκάρντ.
Στην Ευρώπη, όμως, αν δεν συμφωνήσει η Γερμανία -η μεγαλύτερη και ισχυρότερη οικονομία της ηπείρου-, δεν προχωρά τίποτα. Και η Γερμανία -όπως καθίσταται σαφές από τις δηλώσεις Μπρούντερλε στη “ΜτΚ”, αλλά και σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες από το Βερολίνο- δεν θα ενδώσει τόσο εύκολα στις πιέσεις, ειδικά όσον αφορά το “ποιοτικό” σκέλος της αναβάθμισης του ταμείου, που είναι και το πλέον ακανθώδες ζήτημα.
Γιατί στυλώνει τα πόδια η Γερμανία
Η στάση του κ. Μπρούντερλε μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με τις θέσεις που πρεσβεύει το σύνολο σχεδόν της πολιτικής και θεσμικής ηγεσίας της Ευρώπης, δεν ξαφνιάζει όμως τους παρατηρητές των γερμανικών πραγμάτων.
Η γερμανική στάση έχει δύο κύρια αίτια. Η κυβέρνηση Μέρκελ προβληματίζεται, καταρχάς, από το πολιτικό κόστος που θα έχει στο εσωτερικό μία στάση “ενδοτικότητας” στο εξωτερικό - και δη σε μία χρονιά με κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις. Κατά δεύτερον, το Βερολίνο εμφανίζεται ανακουφισμένο από τη θετική έκβαση της εξόδου της Πορτογαλίας και της Ισπανίας στις αγορές. Οι δύο χώρες της Ιβηρικής δανείστηκαν με υψηλά μεν επιτόκια την περασμένη εβδομάδα, έδειξαν όμως ότι ακόμη αντέχουν χωρίς δεκανίκια, εξ ου και η Γερμανία δεν θέλει να ανεβάσει τα επίπεδα συναγερμού στην Ευρώπη εάν δεν καταστεί αυτό απολύτως αναγκαίο.
Το πρόβλημα είναι, βέβαια, ότι οι αγορές φάνηκαν επιεικείς έναντι της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, τα σπρεντ μειώθηκαν και τα χρηματιστήρια ανέβηκαν, ακριβώς επειδή διείδαν αλλαγή στάσης της Γερμανίας. Εάν λοιπόν το Βερολίνο διαψεύσει τις προσδοκίες, μπορεί κάλλιστα το κλίμα να επιδεινωθεί ραγδαία - όπως έχει συμβεί πολλές φορές στη διάρκεια της κρίσης.
Προς το παρόν φαίνεται να εξυφαίνεται ένας συμβιβασμός ανάμεσα στις διεθνείς πιέσεις και την εσωτερική πραγματικότητα της Γερμανίας: Να συναινέσει το Βερολίνο ώστε τα 450 δισ. ευρώ να είναι πράγματι τόσα και όχι 255 δισ. ευρώ, όπως υπολογίζουν οι αναλυτές (για λόγους που έχουν να κάνουν, λόγου χάρη, με το γεγονός ότι οι χώρες που θα χρειαστούν τα κεφάλαια αυτά δεν μπορούν, φυσικά, ταυτόχρονα να συμβάλλουν στο κοινό ταμείο), κρατώντας όμως “άμυνα” στις πιο φιλόδοξες προτάσεις, όπως το ευρωομόλογο ή η αγορά κρατικού χρέους χωρών, όπως η Ελλάδα, απευθείας από τις αγορές.
Στις δηλώσεις του στη “ΜτΚ” ο κ. Μπρούντερλε εμφανίζεται πάντως βέβαιος ότι “όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα κάνουν το κομμάτι που τους αναλογεί για να αποκαταστήσουν και να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των αγορών”. Το κατά πόσον η Γερμανία θα κάνει το δικό της κομμάτι -που είναι εξορισμού και το μεγαλύτερο-, μένει να αποδειχθεί.
Δεν υπάρχει εσωτερικός “εμφύλιος”
Σύμφωνα με τους παροικούντες το Βερολίνο, δεν υπάρχει “διχασμός” στην κυβέρνηση της Άγκελα Μέρκελ. Το τελευταίο διάστημα πολλοί υποστήριξαν ότι υπάρχει ρήξη ανάμεσα στους υποστηρικτές μιας ηπιότερης στάσης (εκπρόσωπός τους θεωρείται ο υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε) και όσους, όπως ο κ. Μπρούντερλε, επιμένουν ότι το Βερολίνο πρέπει να επιμείνει στην εξής γραμμή: ότι η σωτηρία της ευρωζώνης θα προέλθει από τη δημοσιονομική εξυγίανση (βλ. λιτότητα και μεταρρυθμίσεις), και όχι από το βαθύ γερμανικό πορτοφόλι.
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τους ίδιους παρατηρητές, η γερμανική κυβέρνηση έχει ενιαία στάση, την οποία και είναι έτοιμη να υπερασπιστεί σκληρά στις κρίσιμες διαπραγματεύσεις που ξεκινούν από αύριο σε επίπεδο υπουργών Οικονομικών και θα κορυφωθούν στη σύνοδο κορυφής του Φεβρουαρίου (μέχρι τον Μάρτιο αναμένεται η ανακοίνωση ενός ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού σχεδίου αντιμετώπισης της κρίσης, με την ελπίδα να κάμψει άπαξ διά παντός τις ενστάσεις των αγορών όσον αφορά την επιβίωση του ευρώ). Και, σε κάθε περίπτωση, η όποια γερμανική υποχώρηση δεν πρόκειται να έρθει χωρίς ανταλλάγματα.
κ. Μπρούντερλε. Για να εξασφαλιστεί όμως η μακροημέρευση του ευρώ, απαιτείται η ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. “Δεδομένης και της κρίσης χρέους που αντιμετωπίζουμε σήμερα σε ορισμένες χώρες, πρέπει να αναβαθμιστεί η εφαρμογή μιας υγιούς, σταθερής οικονομικής πολιτικής από όλους μέσω της ενίσχυσης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και [των μηχανισμών] οικονομικής εποπτείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση”, προσθέτει σχετικά.“Όχι” σε αύξηση κεφαλαίων του μηχανισμού
Ο κ. Μπρούντερλε απαντά επίσης κατηγορηματικά “όχι” στην προοπτική άμεσης αύξησης των κεφαλαίων του μηχανισμού διάσωσης που έχει θεσπίσει η ευρωζώνη και βάζει “πάγο” στο πανηγυρικό κλίμα που καλλιέργησε την περασμένη εβδομάδα η υπεραισιοδοξία για θεαματική αλλαγή στάσης της Γερμανίας.
“Δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης των κεφαλαίων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας επί του παρόντος. [Τα υφιστάμενα κεφάλαια] είναι επαρκή”, δηλώνει ο γερμανός αξιωματούχος, αναφερόμενος στο χρηματοδοτικό εργαλείο των 450 δισ. ευρώ που δημιούργησαν οι Ευρωπαίοι, μετά το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα, για τη στήριξη όποιας χώρας της ευρωζώνης περιερχόταν σε ανάλογη θέση στο μέλλον. Και εξηγεί ότι “μέχρι σήμερα έχει δεσμευτεί λιγότερο από το 10% των κεφαλαίων του ταμείου για την Ιρλανδία, χωρίς να έχει καν καταβληθεί ακόμη η πρώτη δόση”.
Όλοι πιέζουν το Βερολίνο
Η Γερμανία δέχεται ασφυκτικές πιέσεις από τους περισσότερους εταίρους της να συναινέσει στην ποσοτική (δηλαδή, στην αύξηση των κεφαλαίων) και ποιοτική (δηλαδή, στον εμπλουτισμό των τρόπων αξιοποίησης αυτών των κεφαλαίων) αναβάθμιση και ενίσχυση του ταμείου. Το σκεπτικό είναι ότι έτσι θα σταλεί ένα μήνυμα στις αγορές, ότι η Ευρώπη μπορεί να εξασφαλίσει τη διάσωση ακόμα και μιας μεγάλης οικονομίας, όπως η Ισπανία, και να στηρίξει με την απευθείας αγορά ομολόγων τις αδύναμες χώρες της περιοχής.
Την περασμένη εβδομάδα υπέρ αυτής της ποσοτικής και ποιοτικής ενίσχυσης του ταμείου τάχθηκε σύσσωμη η πολιτική και θεσμική ηγεσία της Ευρώπης: από τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζοζέ Μπαρόζο και τον επίτροπο Οικονομικών Όλι Ρεν μέχρι τον επικεφαλής της ΕΚΤ Ζαν Κλοντ Τρισέ και τη γαλλίδα υπουργό Οικονομικών Κριστίν Λαγκάρντ.
Στην Ευρώπη, όμως, αν δεν συμφωνήσει η Γερμανία -η μεγαλύτερη και ισχυρότερη οικονομία της ηπείρου-, δεν προχωρά τίποτα. Και η Γερμανία -όπως καθίσταται σαφές από τις δηλώσεις Μπρούντερλε στη “ΜτΚ”, αλλά και σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες από το Βερολίνο- δεν θα ενδώσει τόσο εύκολα στις πιέσεις, ειδικά όσον αφορά το “ποιοτικό” σκέλος της αναβάθμισης του ταμείου, που είναι και το πλέον ακανθώδες ζήτημα.
Γιατί στυλώνει τα πόδια η Γερμανία
Η στάση του κ. Μπρούντερλε μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με τις θέσεις που πρεσβεύει το σύνολο σχεδόν της πολιτικής και θεσμικής ηγεσίας της Ευρώπης, δεν ξαφνιάζει όμως τους παρατηρητές των γερμανικών πραγμάτων.
Η γερμανική στάση έχει δύο κύρια αίτια. Η κυβέρνηση Μέρκελ προβληματίζεται, καταρχάς, από το πολιτικό κόστος που θα έχει στο εσωτερικό μία στάση “ενδοτικότητας” στο εξωτερικό - και δη σε μία χρονιά με κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις. Κατά δεύτερον, το Βερολίνο εμφανίζεται ανακουφισμένο από τη θετική έκβαση της εξόδου της Πορτογαλίας και της Ισπανίας στις αγορές. Οι δύο χώρες της Ιβηρικής δανείστηκαν με υψηλά μεν επιτόκια την περασμένη εβδομάδα, έδειξαν όμως ότι ακόμη αντέχουν χωρίς δεκανίκια, εξ ου και η Γερμανία δεν θέλει να ανεβάσει τα επίπεδα συναγερμού στην Ευρώπη εάν δεν καταστεί αυτό απολύτως αναγκαίο.

Το πρόβλημα είναι, βέβαια, ότι οι αγορές φάνηκαν επιεικείς έναντι της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, τα σπρεντ μειώθηκαν και τα χρηματιστήρια ανέβηκαν, ακριβώς επειδή διείδαν αλλαγή στάσης της Γερμανίας. Εάν λοιπόν το Βερολίνο διαψεύσει τις προσδοκίες, μπορεί κάλλιστα το κλίμα να επιδεινωθεί ραγδαία - όπως έχει συμβεί πολλές φορές στη διάρκεια της κρίσης.
Προς το παρόν φαίνεται να εξυφαίνεται ένας συμβιβασμός ανάμεσα στις διεθνείς πιέσεις και την εσωτερική πραγματικότητα της Γερμανίας: Να συναινέσει το Βερολίνο ώστε τα 450 δισ. ευρώ να είναι πράγματι τόσα και όχι 255 δισ. ευρώ, όπως υπολογίζουν οι αναλυτές (για λόγους που έχουν να κάνουν, λόγου χάρη, με το γεγονός ότι οι χώρες που θα χρειαστούν τα κεφάλαια αυτά δεν μπορούν, φυσικά, ταυτόχρονα να συμβάλλουν στο κοινό ταμείο), κρατώντας όμως “άμυνα” στις πιο φιλόδοξες προτάσεις, όπως το ευρωομόλογο ή η αγορά κρατικού χρέους χωρών, όπως η Ελλάδα, απευθείας από τις αγορές.
Στις δηλώσεις του στη “ΜτΚ” ο κ. Μπρούντερλε εμφανίζεται πάντως βέβαιος ότι “όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα κάνουν το κομμάτι που τους αναλογεί για να αποκαταστήσουν και να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των αγορών”. Το κατά πόσον η Γερμανία θα κάνει το δικό της κομμάτι -που είναι εξορισμού και το μεγαλύτερο-, μένει να αποδειχθεί.
Δεν υπάρχει εσωτερικός “εμφύλιος”
Σύμφωνα με τους παροικούντες το Βερολίνο, δεν υπάρχει “διχασμός” στην κυβέρνηση της Άγκελα Μέρκελ. Το τελευταίο διάστημα πολλοί υποστήριξαν ότι υπάρχει ρήξη ανάμεσα στους υποστηρικτές μιας ηπιότερης στάσης (εκπρόσωπός τους θεωρείται ο υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε) και όσους, όπως ο κ. Μπρούντερλε, επιμένουν ότι το Βερολίνο πρέπει να επιμείνει στην εξής γραμμή: ότι η σωτηρία της ευρωζώνης θα προέλθει από τη δημοσιονομική εξυγίανση (βλ. λιτότητα και μεταρρυθμίσεις), και όχι από το βαθύ γερμανικό πορτοφόλι.
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τους ίδιους παρατηρητές, η γερμανική κυβέρνηση έχει ενιαία στάση, την οποία και είναι έτοιμη να υπερασπιστεί σκληρά στις κρίσιμες διαπραγματεύσεις που ξεκινούν από αύριο σε επίπεδο υπουργών Οικονομικών και θα κορυφωθούν στη σύνοδο κορυφής του Φεβρουαρίου (μέχρι τον Μάρτιο αναμένεται η ανακοίνωση ενός ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού σχεδίου αντιμετώπισης της κρίσης, με την ελπίδα να κάμψει άπαξ διά παντός τις ενστάσεις των αγορών όσον αφορά την επιβίωση του ευρώ). Και, σε κάθε περίπτωση, η όποια γερμανική υποχώρηση δεν πρόκειται να έρθει χωρίς ανταλλάγματα.
“Κάνατε σημαντική πρόοδο, πρέπει να συνεχίσετε”
Για επιμήκυνση χρόνου αποπληρωμής των δανείων
Ο κ. Μπρούντερλε δηλώνει εμμέσως ανοιχτός στο να δοθεί μια “ανάσα” στην Ελλάδα με τη μορφή της αναθεώρησης των όρων δανεισμού από την τρόικα. Στο ερώτημα της “ΜτΚ” αν η χώρα μας θα εξασφαλίσει την πολυπόθητη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων της, ο κ. Μπρούντερλε απαντά: “Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντική πρόοδο στην εφαρμογή του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Είναι εξίσου σημαντικό να μην τεθεί υπό αμφισβήτηση η δυνατότητα εφαρμογής του προγράμματος και στο μέλλον”.
Σύμφωνα, πάντως, με ασφαλείς πληροφορίες της “ΜτΚ” από το Βερολίνο, η Γερμανία δεν είναι σε καμία περίπτωση έτοιμη να δεχθεί και τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού της χώρας, παρά το γεγονός ότι πληθαίνουν οι φωνές υπέρ της λύσης αυτής. Τα υψηλά επιτόκια θεωρούνται από το Βερολίνο απολύτως αναγκαία, αφενός ως αντικίνητρα (δεν είναι τυχαίο ότι η Πορτογαλία αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να αποφύγει την τύχη της Ελλάδας και της Ιρλανδίας), αφετέρου ως τεκμήριο προς την κοινή γνώμη και το συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας ότι πρόκειται για δανεισμό, και μάλιστα υψηλότοκο, και όχι για “χάρισμα”.
“Εμείς κάνουμε το καθήκον μας”
Γερμανικά πλεονάσματα και ελληνικά ελλείμματα

Ο κ. Μπρούντερλε απορρίπτει κατηγορηματικά τις αιτιάσεις που διατυπώνονται από πολλές πλευρές κατά της Γερμανίας όσον αφορά τη δική της έμμεση “συμβολή” στην κρίση μέσω της διατήρησης τεράστιων ανισορροπιών στο εμπορικό ισοζύγιο με χώρες όπως η Ελλάδα. “Η γερμανική οικονομία εξέρχεται σε καλή κατάσταση από την κρίση, και ο ισχυρός ρυθμός ανάπτυξης (σ.σ. το γερμανικό ΑΕΠ αυξήθηκε το 2010 με τον ταχύτερο ρυθμό από κάθε άλλη χρονιά μετά τη γερμανική ενοποίηση) βοηθά και την οικονομική ανάκαμψη των εταίρων της στην ευρωζώνη”, απαντά στο σχετικό ερώτημα της “ΜτΚ”. Προσθέτει, δε, ότι η πολιτική της Γερμανίας βασίζεται “στη δημοσιονομική εξυγίανση, η οποία ευνοεί την ανάπτυξη και συμβάλλει στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας και της εμπιστοσύνης”.
Όσον αφορά την κριτική που έχει ασκηθεί στη Γερμανία, ότι στήριξε και στηρίζει τα οικονομικά της επιτεύγματα όχι μόνο στη θαυμάσια εξαγωγική μηχανή της αλλά και στην παράλληλη συγκράτηση των μισθών, άρα και της εσωτερικής ζήτησης για προϊόντα και υπηρεσίες των εταίρων της, ο κ. Μπρούντερλε είναι επίσης απορριπτικός: “Φέτος είναι οι εσωτερικοί παράγοντες [σ.σ. όπως η κατανάλωση, και όχι οι εξαγωγές] που συνεισφέρουν πάνω από τα τρία τέταρτα της αύξησης του ΑΕΠ. Συνεπώς, η Γερμανία στηρίζει έμπρακτα την ισόρροπη ανάπτυξη στην ευρωζώνη”.
- Ποιος είναι. Ο Ράινερ Μπρούντερλε είναι γνωστός στην Ελλάδα για τις κατά καιρούς σκληρές δηλώσεις του. Στις αρχές Μαρτίου, όταν η Ελλάδα επέμενε ακόμα ότι δεν “ζητά χρήματα αλλά αλληλεγγύη”, είχε πει ότι και η Γερμανία “δεν θα δώσει ούτε ένα σεντ” στην Ελλάδα. Στα μέσα Νοεμβρίου, όταν η Ιρλανδία ζούσε το δικό της Γολγοθά, είχε πει ότι η ΕΕ “δεν μπορεί να ρίχνει χρήματα από τα ελικόπτερα” στις αδύναμες χώρες και ότι είναι δουλειά δική τους να φτιάξουν τα δημόσια οικονομικά τους με τρόπο “που να μη χρειάζεται πλέον να ζητάνε βοήθεια”. Γεννημένος στο Βερολίνο στις 22 Ιουνίου του 1945, ανήκει στο κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP), ένα κλασικό φιλελεύθερο κόμμα -επικεφαλής του είναι ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Γκίντο Βεστερβέλε-, το οποίο είναι το μικρότερο από τα δύο κόμματα στην κυβέρνηση συνεργασίας της Άγκελα Μέρκελ. Διετέλεσε υπουργός Οικονομικών και Μεταφορών στο κρατίδιο της Ρηνανίας - Παλατινάτου από το 1987 μέχρι το 1998, ενώ υπηρετεί ως υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας από τις 28 Οκτωβρίου του 2009. Μέλος της γερμανικής Κάτω Βουλής από το 1998, είναι πτυχιούχος Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Μάιντς.
makthes
Aν σου άρεσε κάνε LIKE..
|
|
